Η παγίδα του «ισλαμοφασισμού»

Λέανδρος Φίσερ*

Σε κείμενο του που δημοσιεύθηκε στον «Πολίτη» στις 3 Νοεμβρίου με τίτλο «Ένας άλλος φασισμός», ο Μάριος Θρασυβούλου καλεί τον αναγνώστη να ερμηνεύσει τη δολοφονία του καθηγητή Σαμουέλ Πατύ στη Γαλλία, που δολοφονήθηκε από φανατικό ισλαμιστή γιατί έδειξε στο μάθημα σκίτσα του Μωάμεθ, μέσα από το ίδιο πρίσμα με τις δολοφονικές πράξεις της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα. Χρησιμοποιεί για αυτή τη σύγκριση έναν προβληματικό όρο, τον «ισλαμοφασισμό». Χωρίς να κατονομάζει, αναφέρεται σε «μερικούς αριστερούς διανοούμενους και αναλυτές» που κατά την άποψη του διστάζουν να καταδικάσουν τις πράξεις των ισλαμιστών, με την ίδια βδελυγμία που θα καταδίκαζαν τους φόνους αν τους διέπραταν νεοναζί.

Το ποιοί είναι αυτοί οι «αριστεροί διανοούμενοι» που διστάζουν να καταδικάσουν τα εγκλήματα, μόνο ο Θρασυβούλου το γνωρίζει. Είναι επομένως δύσκολο να δωθεί μια εμπεριστατωμένη απάντηση στους ισχυρισμούς του. Σκόπος όμως της παρούσας παρέμβασης είναι να εξηγήσω γιατί ο όρος «ισλαμοφασισμός», εκτός από προβληματικός από θεωρητική σκοπιά, είναι και δυνητικά επικίνδυνος. Και αυτό γιατί αποπροσανατολίζει από την ιδιαιτερότητα του φασιστικού κινδύνου τον οποίο εκπροσωπούν στην Κύπρο Χρυσή Αυγή/ΕΛΑΜ, και ο οποίος όλο και πιο επιθετικά υποθάλπεται από τις πολιτικές της κυβέρνησης Αναστασιάδη, τόσο στο μεταναστευτικό όσο και στο Κυπριακό.

Είναι όλοι «φασίστες»;

Ας αρχίσουμε από τα αυτονόητα: Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για τα εγκλήματα του «Ισλαμικού Κράτους» ή άλλων εξτρεμιστικών ομάδων ισλαμικών καταβολών. Οι σκοταδιστές του ISIS δεν νοιάζονται για τις διακρίσεις εναντίων Ευρωπαίων πολιτών μουσουλμανικής καταγωγής, και δεν εναντιώνονται ουσιαστικά στις δυτικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή. Αυτό δείχνει και η εργαλειοποίηση τους από τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες για την ανατροπή καθεστώτων μη-αρεστών πρός τη Δύση, όπως το καθεστώς του Άσαντ στη Συρία τα τελευταία χρόνια.

Τα εγχειρίδια του «Ισλαμικού Κράτους» μοιάζουν σαν γραμμένα από τον Σάμιουελ Χάντιγκτον, τον νεοσυντηρητικό θεωρητικό της «σύγκρουσης των πολιτισμών». Επιθέσεις όπως οι πρόσφατες στη Βιέννη έχουν ως δηλωμένο τους στόχο μια μαζική αντίδραση εναντίον του μουσουλμανικού στοιχείου στις ευρωπαϊκές χώρες. Αυτή θα στρέψει και τους μουσουλμάνους προς τον εξτρεμισμό και θα επιφέρει την πολυπόθητη τελική σύγκρουση των πολιτισμών. Η ιδεολογία του «Ισλαμικου Κράτους» βρίσκεται δηλαδή σε μια συμβιωτική σχέση με τον αντιμουσουλμανικό ρατσισμό. Και τα δύο φαινόμενα χρειάζονται το ένα το άλλο για τη νομιμοποίηση τους στα αντίστοιχα ακροατήρια.

Το να κατονομάζεται ο ρατσισμός εναντίων των μουσουλμάνων ως αιτία για την επιρροή του εξτρεμισμού πάνω σε μεμονωμένα, προφανώς διαταραγμένα άτομα, δεν εξυπακούει συμπάθεια ή υποτίμηση της ισλαμιστικής βίας. Όπως ούτε και η αναζήτηση των αιτιών πίσω από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα – στην οποία για κάποιο λόγο ο Θρασυβούλου θεωρεί πως η Αριστερά δεν επιδίδεται – αποτελεί ένδειξη συμπάθειας για τους μαχαιροβγάλτες της Χρυσής Αυγής. Το να κατανοούμε τις συνθήκες διαφόρων εγκληματικών πράξεων δεν συνιστά ένδειξη ευνοικρατικής μεταχείρισης, πόσο μάλλον επικρότησης τους.

Όπως κάθε πολιτικό φαινόμενο, ο φασισμός έχει τα δικά του συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Για την Αριστερά, ο φασισμός αποτελεί την ακραία έκφραση μιας ρατσιστικής κανονικότητας, που εκφράζεται στα ΜΜΕ, στο εκπαιδευτικό σύστημα,  στο στρατό, και σε μια απάνθρωπη μεταναστευτική πολιτική. Η οργανωτική του υπόσταση είναι αυτή ενός αντιδημοκρατικού και αυταρχικού, δυνητικού μαζικού κινήματος. Δηλωμένα και ιστορικά, ο πρώτος στόχος του φασισμού είναι το τσάκισμα της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, πρωτού προχωρήσει στην πολιτική εξόντωση των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων.

Τα φασιστικά κινήματα στην Ιταλία και τη Γερμανία του μεσοπολέμου εμφανίστηκαν ως η απάντηση μιας μικροαστικής τάξης σε συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης. Οι φασίστες δεν υπήρξαν πολέμιοι του καπιταλισμού αλλά μόνο κάποιων αρνητικών του εκφάνσεων. Το μεγαλύτερο τους μίσος υπήρξε για το εργατικό κίνημα, του οποίου οι διεκδικήσεις είχαν ανατρέψει τη μοναρχία στη Γερμανία το 1918, ενώ είχαν οδηγήσει τη Ρωσία στην επανάσταση ένα χρόνο νωρίτερα. Πίσω από το «παρασιτικό» χρηματιστικό κεφάλαιο και το μαρξιστικό εργατικό κίνημα, οι ναζιστές του Χίτλερ έβλεπαν πάντα ένα εβραϊκό δάκτυλο. Αυτό δεν ήταν κατανάγκην δική τους επινόηση, αλλά στηριζόνταν στην ευρεία διάδοση το 19ο αιώνα του αντισημιτισμού σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες. Η επίσης διαδεδομένη ιεράρχηση του παγκόσμιου πληθυσμού σε ανώτερες και κατώτερες φυλές τον ίδιο αιώνα, προσέδωσε στο φασισμό τη φυλετική του διάσταση, βασισμένη πάντοτε στις ψευδεπιστημονικές θεωρίες του αποικιοκρατικού ρατσισμού.

Η πρόσφαση καταδίκη της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα επανέφερε στο προσκήνιο κάποιες διαχρονικές αλήθειες. Η οργάνωση ενισχύθηκε για χρόνια από μια περιρρέουσα εθνικιστική ατμόσφαιρα – απο τα «μακεδονικά συλλαλήτηρια» του 1992 μέχρι τις ιαχές του Euro2004 – για να μαζικοποιηθεί σχετικά στον απόηχο της οικονομικής κρίσης από το 2010 και μετά. Ο Μιχαλολιάκος και ο Κασιδιάρης μιλούσαν δημαγωγικά ενάντια στους «Εβραιομασώνους» και το «πολιτικό σύστημα», την ίδια στιγμή που ψήφιζαν τροπολογίες στη βουλή ευνοϊκές για το κεφάλαιο. Δολοφονούσαν μετανάστες, κτυπούσαν κομμουνιστές συνδικαλιστές, ενώ έστηναν «κίτρινα σωματεία» στο Πέραμα φιλικά προς τους εφοπλιστές.  Οι σχέσεις τους με τον κρατικό μηχανισμό ήταν στενές, ενώ μέχρι την ύστατη στιγμή, η γενική εισαγγελεία απαιτούσε την αθώωση τους από την κατηγορία σύστασης εγκληματικής οργάνωσης.

Οι Ευρωπαίοι τζιχαντιστές δεν κατέχουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Η ιδεολογία τους δεν είναι η έκφραση μιας ρατσιστικής κανονικότητας, αλλά μια αντιδραστική απάντηση σε αυτήν. Οι νομιμοποιητικές ιδεολογίες του σύγχρονου φασισμού – η εβραϊκή συνομωσία, ο Σόρος και η μετανάστευση που τάχα προωθεί, η ανυπαρξία του κορωνοϊού – είναι φαντασιακές. Τα νομιμοποιητικά στοιχεία των τζιχαντιστών – η δυτική ανάμειξη στη Μέση Ανατολή, οι διακρίσεις μουσουλμάνων στην αγορά εργασίας, η ανόχή ή/και υποστήριξη των ΗΠΑ και της ΕΕ στην εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων από το κράτος του Ισραήλ – είναι πέρα για πέρα υπαρκτά. Ο τζιχαντισμός είναι το αποτέλεσμα ενός τοξικού συνδυασμού απελπισίας, ρατσισμού και έλλειψης αλληλεγγύης από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, πλαισιωμένου από μισογυνισμό, ομοφοβία και έλλειψη ανοχής προς τη διαφορετικότητα.  Ο φασισμός από την άλλη δεν αποτελεί κάποια λανθασμένη αντίδραση στο ρατσισμό, αλλά την κινητοποίηση κάποιων φαντασιακών προνομίων ενάντια στους πιο αδύνατους.

Γίνεται έτσι προφανές, ότι έχουμε να κάνουμε με δυο φαινόμενα, εξίσου καταδικαστέα, με εντελώς διαφορετικές όμως οντολογικές προελεύσεις. Ποιόν βολεύει τότε το σύνθημα του «ισλαμοφασισμού»;

Από την Αριστερά στο νεοσυντηρητισμό

Η Αριστερά είχε διαχρονικά τους δικούς της αποστάστες, που για διαφορετικούς λόγους έστρεφαν τα πυρά στον παλιό τους πολιτικό χώρο, έχοντας στα μάτια των νέων τους φίλων το κύρος του «γνώστη». Οι πρώην μαοϊκοί «Νέοι Φιλόσοφοι» στη Γαλλία της δεκαετίας του 1970 είχαν υποκαταστήσει την εναντίωση στον πόλεμο του Βιετνάμ με μια θεωρία του «ολοκληρωτισμού», που εξίσωνε το ναζισμό με τον κομμουνισμό, ενώ καταδίκαζε κάθε προσπάθεια ανατροπής της υφιστάμενης πραγματικότητας ως προάγγελο μιας νέας τυραννίας. Ο γνωστός σε πολλούς στην Κύπρο Κρίστοφερ Χίτσενς είχε ξεκινήσει τη συγγραφική του καριέρα ως κατήγορος του Χένρυ Κίσσιντζερ και της πολιτικής του σε μια σειρά από χώρες, για να καταλήξει στα τελευταία του χρόνια υπερασπιστής των πολέμων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Πολλοί από τους νεοσυντηρητικούς συμβούλους του Τζωρτζ Μπους υπήρξαν ενταγμένοι στην Αριστερά στα νιάτα τους, δικαιολογώντας ιδεολογικά την κήρυξη ενός ατελείωτου πολέμου με την αναγκαιότητα της μάχης εναντίον… του ισλαμοφασισμού.

Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου υπήρξαν καταλυτικά ως προς αυτό. Αν το έγκλημα της επίθεσης στους δίδυμους πύργους ήταν μια πράξη «ισλαμοφασισμού», και αν ο αντιφασισμός απαιτεί την ευρύτερη δυνατή συσπείρωση, τότε η Αριστερά θα έπρεπε να συμπλεύσει σε ένα νέο «λαϊκό μέτωπο», αυτή τη φορά με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τις επιδιώξεις του στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος για την ασφαλή διέλευση αγωγών στο Αφγανιστάν δικαιολογήθηκε έτσι με την απελεύθερωση των γυναικών από την καταπίεση των Ταλιμπάν.

Η πληθωρική χρήση του «φασισμού» ως επίθετο, αναπόφευκτα επέφερε σύγχυση, αλλά και ιδεολογική ώθηση για μια Ακροδεξιά που προσπαθεί να ξεφορτωθεί τη ρετσινιά του φασίστα εδώ και μισό τουλάχιστο αιώνα. Σήμερα, δυνάμεις με ξεκάθαρο φασιστικό παρελθόν σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Αυστρία, η Δανία και άλλες, δηλώνουν ενάντιες στον «ισλαμοφασισμό», δηλ. στην παρουσία των μουσουλμάνων πολιτών και των προσφύγων. Μπορούν απλά να παραπέμπουν σε «καθώσπρέπει» πολιτικούς, και ακόμα και σε κάποιους αριστερούς που χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο. Η εναντίωση στο φασισμό «από που και αν προέρχεται» φαντάζει έτσι σαν μια απομίμηση της «θεωρίας των δύο άκρων», που άλλο στόχο δεν έχει παρά να αποδυναμώσει τη μάχη ενάντια στον υπαρκτό φασισμό και σε αυτούς που έχουν διαμορφώσει τις συνθήκες για την κανονικοποίηση του.

Στη σημερινή διαμάχη μεταξύ Ερντογάν και Μακρόν, που εστιάζεται εν μέρει στις καρικατούρες του Μωάμεθ, δεν υπάρχουν – όπως σωστά υπέδειξε ο Άρης Χατζηστεφάνου – καλοί και κακοί, αλλά μόνο κακοί. Αναρτώντας τις καρικατούρες του Charlie Hebdo σε δημόσια κτίρια, ο Γάλλος πρόεδρος έπαιξε το παιγνίδι των τζιχαντιστών, ρίχοντας περισσότερο λάδι στη φωτιά. Η απερίφραστη καταδίκη του αποκεφαλισμού του Πατύ είναι ένα πράγμα. Άλλο πράγμα όμως είναι η «αθώα» δήλωση άγνοιας για το «παράλογο» της δολοφονίας.

Η Γαλλία είναι μια χώρα με μια εξαιρετικά προβληματική σχέση με το αποικιοκρατικό της παρελθόν, το οποίο διδάσκεται στα σχολεία με ελάχιστη αυτοκριτική. Τα πτώματα 300 Αλγερινών στις όχθες του Σηκουάνα, δολοφονημένα το 1961 από το γαλλικό βαθύ κράτος κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλγερία, είναι βαθιά χαραγμένα στη συλλογική μνήμη της μουσουλμανικής Γαλλίας. Στον απόηχο της δολοφονίας, η κυβέρνηση ανακοίνωσε την απαγόρευση 50 ισλαμικών οργανώσεων, πολλές από τις οποίες είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα που δεν συνδέονται με το παραμικρό με τη δολοφονία. Επιπλέον, η επίθεση έδωσε το έναυσμα για μια ιδεολογική εκστρατεία ενάντια στη γαλλική Αριστερά. Στην πιο γνωστή της μορφή, τον Ζαν Λυκ Μελενσόν, έχει αποδωθεί η κατηγορία του «ισλαμοαριστερισμού» (islamogauchisme), μιας κατηγορίας που παραπέμπει στη μεσοπολεμική αντισημιτική ρετσινιά του «εβραιομπολσεβικισμού». Και αυτό γιατί ο πολιτικός της Αριστεράς απλά καταδίκασε και τις διάφορες πράξεις «αντιποίνων» ενάντια σε απλούς μουσουλμάνους. Και όλα αυτά, ενώ η γαλλική οπλοβιομηχανία πλουτίζει από πωλήσεις σε αυταρχικά καθεστώτα όπως τη Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα, ενώ στο βάθος η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν μπορεί να τρίβει με ευχαρίστηση τα χέρια της μπροστά στη συζήτηση περί ισλαμοφασισμού, και να ελπίζει στην προεδρία της δημοκρατίας.

Ένας αντιπαραγωγικός (τουλάχιστον) όρος

Στην Κύπρο είναι προφανές ότι η κυβέρνηση Αναστασιαδή επιχειρεί εδώ και χρόνια την εισαγωγή «πολιτιστικών πολέμων» για να αποπροσανατολίσει από ένα success story που κατέληξε εφιάλτης για την πλειοψηφία των απλών εργαζομένων, καθώς και από το πρόσφατο σκάνδαλο των διαβατηρίων. Σε αυτή την πολιτική, οι πράξεις τις προσεγγίζουν αυτές αυταρχικών καθεστώτων όπως του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία. Έτσι από το 2015, ο τότε Υπουργός Εσωτερικών Σωκράτης Χάσικος δήλωνε πρόθυμος για αποδοχή «μόνο χριστιανών» προσφύγων από τη Συρία, επικαλούμενος αγεφύρωτες πολιτιστικές διαφορές με τους μουσουλμάνους. Τελευταίο μαργαριτάρι υποκρισίας, η ανάρτηση των χρωμάτων της γαλλικής σημαίας στα γραφεία της Πινδάρου ως ένδειξη «αλληλεγγύης» με τη Γαλλία – την ίδια στιγμή που το Υπουργείο Παιδείας άφηνε τον εκπαιδευτικό Γαβριήλ ακάλυπτο στο ανθρωποκυνηγητό εναντίον του, με αφορμή τους «ασεβείς» του πίνακες.

Σε ένα συγκυρία όπου η κυπριακή κυβέρνηση παραβιάζει ξεκάθαρα το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο με την απώθηση προσφύγων, σε μια κρίσιμη καμπή όπου η καταδίκη της Χρυσής Αυγής δίνει νέα ώθηση στο αντιφασιστικό κίνημα, σε μια κατάσταση όπου η κυβέρνηση αναζητά νέα θεάματα αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, το σύνθημα της μάχης κατά του «ισλαμοφασισμού» είναι – στην καλύτερη περίπτωση – αντιπαραγωγικό. Εκτός του ότι ως ορισμός είναι εκ φύσεως ανιστόρητος και αντεπιστημονικός, ο «ισλαμοφασισμός» σπέρνει σύγχυση, εξυπηρετώντας στο τέλος της ημέρας μόνο αυτούς που έχουν συμφέρον να συγκαλύψουν τη δική τους ευθύνη για την άνοδο νεοφασιστικών κατάστάσεων. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, ο όρος προσφέρει προοδευτικό άλλοθι στις αντιμεταναστευτικές πολιτικές της κυβέρνησης Αναστασιάδη, που επιδίδονται σε μια αυξανόμενη χρήση ενός πολιτισμικού ρατσισμού. Παράλληλα, ο «ισλαμοφασισμός» αφήνει στο απυρόβλητο (τουλάχιστον) τις επιλογές της ίδιας κυβέρνησης στην εξωτερική πολιτική,  όχι μονάχα την ανάμειξη στη ψευτοδιαμάχη Γαλλίας-Τουρκίας, αλλά και τη στρατηγική συμπόρευση με το Ισραήλ, ένα κράτος του οποίου η ακροδεξιά κυβέρνηση κρατά σε αποκλεισμό ενάμιση εκατομμύριο Παλαιστίνιους στη Λωρίδα της Γάζας με το πρόσχημα της καταπολέμησης του «ισλαμοφασισμού».

* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε  στον Διάλογο στις 5 Νοέμβρη, 2020.


Τη δημοσίευση του κειμένου εδώ ακολούθησε (στις 19 Νοέμβρη) διαδικτυακή παρουσίαση του Λέανδρου Φίσερ πάνω στο θέμα «Ισλαμοφασισμός»: μια παγίδα για την Αριστερά, στο «Καφενείο της Πέμπτης» (Σοσιαλιστική Έκφραση). Για να την παρακολουθήσεται κάνεται κλικ ΕΔΩ.